ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ κ. ΜΑΝΩΛΗ ΟΘΩΝΑ

Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ κ. ΜΑΝΩΛΗ ΟΘΩΝΑ

18/2/10


Το 2008, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ήταν ένας χρόνος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφού ήταν η χρονιά εκείνη που η παγκόσμια κρίση ήταν σε εξέλιξη σε όλες τις προηγμένες οικονομίες και ήταν ορατή παντού, επομένως και στη Χώρα μας, παρά το γεγονός ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων και των διαρθρωτικών δομών της ελληνικής οικονομίας η κρίση στη Χώρα μας δεν είχε ξεκινήσει ακόμα.

Όμως, τα σημάδια της κρίσης ήταν εδώ, η ψυχολογία της κρίσης είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται και εδώ, και επομένως υπήρχε ένα περιθώριο συγκρότησης ενός αποτελεσματικού σχεδίου αντιμετώπισής της. Υπήρχε ο διαθέσιμος χρόνος για την τότε Κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτή τη διαφορά εισόδου που είχε η Χώρα μας στην εξελισσόμενη παγκόσμια κρίση για την καλύτερη αντιμετώπισή της.

Τι έκανε τότε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχοντας να αντιμετωπίσει  αυτά τα πραγματικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα; Κανένα σχέδιο, αποσπασματικά μέτρα χωρίς αποτελεσματικότητα και κυρίως καμία συναίσθηση ότι ακριβώς λόγω των διαρθρωτικών πάγιων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, οι συνέπειες της κρίσης, όταν αναπόφευκτα αυτή θα έμπαινε στη Χώρα μας, θα ήταν οδυνηρές. Το πάρτι συνεχίστηκε, το σύνδρομο του Τιτανικού χαρακτήρισε τα έργα και τις ημέρες της διακυβέρνησης και εκείνης της χρονιάς και έτσι, αφού αφήσαμε ανεκμετάλλευτο αυτό τον κρίσιμο χρόνο -όπως αποτυπώνεται και στα μεγέθη του οικονομικού έτους που σήμερα ως απολογισμό συζητάμε- επιδοθήκαμε στη συνέχεια στην οργάνωση της απόδρασης.

Η επόμενη χρονιά ακριβώς ήταν η χρονιά της απόφασης δραπέτευσης από το δημοσιονομικό περιβάλλον το οποίο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δημιούργησε. Και επρόκειτο μάλιστα για απόδραση με μία επιπολαιότητα και με μία εγκληματική -θα έλεγα- χαιρεκακία ούτως ώστε ο επόμενος «νοικοκύρης» που θα έμπαινε στο σπίτι -λες κι αυτό το σπίτι δεν ήταν δικό μας αλλά είμαστε «μουσαφίρηδες» σε αυτό- να μην έβρισκε τίποτα όρθιο, αν είναι δυνατόν.

Για όλη αυτή την πολιτική συμπεριφορά είναι προφανές ότι υπάρχουν αυταπόδεικτες πολιτικές και ίσως όχι μόνο πολιτικές ιστορικές ευθύνες. Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι διάχυτος ο εκνευρισμός στους συναδέλφους της Νέας Δημοκρατίας μετά την ανακοίνωση της πολιτικής απόφασης να ασχοληθεί η Βουλή θεσμικά, αξιόπιστα, με σοβαρότητα και με ψυχραιμία με την αναζήτηση των αιτιών αλλά και των ευθυνών εκείνων που οδήγησαν τη χώρα σε αυτήν την κατάσταση. Είναι ο εκνευρισμός της ενοχής, ο εκνευρισμός της αποκάλυψης, ο εκνευρισμός της έλλειψης αισθήματος ευθύνης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ούτε ο εκνευρισμός σας ούτε η ανησυχία σας ούτε η προσπάθεια συμψηφισμού που επιχειρείτε παραπέμποντας τη συζήτηση πολλά χρόνια, ακόμα και δεκαετίες πίσω, δεν πρόκειται να σας απαλλάξουν από τη βάσανο της συζήτησης, της διερεύνησης, της αποκάλυψης και της απόδοσης ευθυνών όπου και σε όποιον αυτές ανήκουν. Μη ματαιοπονείτε. Είναι αδιαπραγμάτευτη η πολιτική μας απόφαση, είναι σαφής η πολιτική μας δέσμευση απέναντι στους πολίτες που δικαιούνται επιτέλους να μάθουν όσο γίνεται διαυγέστερα την αλήθεια. Γιατί αυτή η αλήθεια, αυτή η γνώση των πολιτών που καλούνται σήμερα να σηκώσουν το βάρος της κρίσης που δημιουργήθηκε είναι προϋπόθεση πάνω στην οποία μπορεί να βασιστεί η προσπάθεια ανάκαμψης, η προσπάθεια επιτυχίας ενός νέου εθνικού σχεδίου επιβίωσης, όπως αυτό που η Κυβέρνηση σήμερα παλεύει με συστηματικότητα, με δυσκολίες, με πολλά προβλήματα, αλλά με μία σαφή στόχευση να επιτύχει. Οι Έλληνες πολίτες δικαιούνται και θα μάθουν ποιοι, πότε και πώς προκάλεσαν  τα γνωστά μας διαρθρωτικά οικονομικά προβλήματα, τη γνωστή μας δημοσιονομική απειθαρχία, τη συνεχώς τροφοδοτούμενη ανάγκη χρηματοδότησής μας. Όλα αυτά δεν απέχουν απ? αυτόν τον εφιάλτη που δημιουργήσατε και που ζούμε σήμερα, αυτή τη «σφιχτή θηλιά» που βάλατε στο λαιμό του εθνικού κορμού, της πατρίδας μας κι έτσι ζούμε σήμερα την πιο επώδυνη μεταπολεμική περιπέτεια που βιώσαμε ως χώρα.

Συμμερίζομαι ότι υπάρχει ένα εύλογο ερώτημα που διατυπώνεται ως εξής: «Καλά, εσείς, κόμμα εξουσίας με κυβερνητικό παρελθόν, δεν γνωρίζατε την κατάσταση;». Το ερώτημα αυτό το απευθύνετε σε μας κι εσείς αλλά και καλοπροαίρετα αρκετοί πολίτες. Απαντώ λοιπόν: Ναι, γνωρίζαμε γιατί και είχαμε την ευθύνη να ψάξουμε στοιχεία και είχαμε την αγωνία πού θα βασίσουμε τη νέα προσπάθεια που ήταν φανερό ότι είχε ανάγκη η χώρα. Όμως δεν ξέραμε ?και το λέμε με κάθε ειλικρίνεια- την έκταση, την ένταση και το βάθος του προβλήματος, γιατί ουδείς μπορούσε να διανοηθεί ως πού μπορούσε να φθάσει η επιπόλαιη, στα όρια της εγκληματικότητας, απερισκεψία σας. Κυρίως όμως δεν ξέραμε πόσο άμεσα και πόσο εύκολα θα στοχοποιείτο η χώρα από διάφορα κερδοσκοπικά ανά την υφήλιο συμφέροντα. Αυτό είναι που για μας άλλαξε δραματικά τα δεδομένα και όχι η δραματικότητα της οικονομικής κατάστασης με την οποία είχατε «προικοδοτήσει» τη νέα Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και το Γιώργο Παπανδρέου.

Επιπλέον, ίσως δεν μπορούσαμε να εκτιμήσουμε τον εύκολο «μεταμορφισμό» της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που από μία όχι απλά αδιαφορία, όχι απλά ανοχή, αλλά από μία προκλητική αβάντα στα έργα και στα πεπραγμένα των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, οι Ευρωπαίοι μετατράπηκαν στις 5 Οκτωβρίου σε άτεγκτους και πολύ αυστηρούς επιτιμητές για πράγματα τα οποία όφειλαν να γνωρίζουν ότι γίνονταν σε αυτή τη χώρα επί πέντε χρόνια και στα οποία συνέβαλε η δική τους στάση και ανοχή για να συμβούν.

Θα ήταν πράγματι ενδιαφέρον, μαζί με την Εξεταστική Επιτροπή που η Βουλή θεσμικά θα συγκροτήσει για να εξετάσει το πώς δημιουργήθηκε αυτή η οικονομική κατάσταση και πώς «μαγειρεύονταν» τα στοιχεία με τα οποία τροφοδοτούσαμε τους διεθνείς οργανισμούς τα τελευταία πέντε χρόνια, αν μπορούσαμε να δούμε και κάτι επιπλέον: πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και όργανα που έχουν διακριτό και συγκεκριμένο ρόλο ακόμα και σήμερα, συνέβαλαν δια πράξεων ή δια παραλείψεων στο να έλθει η χώρα μας σ? αυτή την κατάσταση. Πώς σήμερα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο μήπως και πετύχει το λεγόμενο «ελληνικό πείραμα». Ποιο πείραμα δηλαδή; Ότι μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική διόρθωση μιας πορείας βασισμένης στην αντιμετώπιση των αιτιών που παράγουν την κρίση και το πρόβλημα και όχι τα συμπτώματά της. Πώς αυτό μπορεί να γίνει μέσα από διαφάνεια, κανόνες κοινωνικού δικαίου, πολιτικής αποτελεσματικότητας, ανταποδοτικότητας και αναλογικότητας στην κατανομή των βαρών. Ίσως δεν επιθυμούν στην Ευρώπη αυτό το πείραμα να ανοίξει νέους δρόμους και έπρεπε να καταπνιγεί και να υποστεί μία αφόρητη πολιτική και οικονομική πίεση έγκαιρα ούτως ώστε να προκαταληφθεί η όποια αποτυχία του.

Θέλω να πιστεύω ότι και αυτή η λογική ματαιοπονεί, διότι η προσπάθειά μας διατρέχεται από την αξιοπιστία παντού. Η αξιοπιστία παντού, προς τα έξω σημαίνει όχι άλλα λογιστικά «μαγειρέματα», πιστή τήρηση του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ριζικές ανατροπές στο πολιτικό σύστημα, στο κράτος, στην οικονομία, στους θεσμούς, παντού. Αυτό συνοδεύεται από την Κυβέρνησή μας και από την προστασία της αξιοπιστίας μας και προς τα μέσα, δηλαδή απέναντι στους πολίτες που καλούμε μαζί μας για να πάρουμε και να διεκπεραιώσουμε αυτό το φοβερό πολιτικό και οικονομικό βάρος. Για αυτό η Κυβέρνηση θέτει -και πολύ καλά κάνει- μία σαφή οριοθέτηση, μία «κόκκινη γραμμή» απέναντι σε όλους, γιατί οι πολίτες και η κοινωνία έχουν όρια αντοχών και ανοχών που κανείς δεν μπορεί να υπερβεί.

 

 

 
« επιστροφή στη κατηγορία Έλλαδα

Σημειρινή ημερομηνία Τρίτη, 19 Σεπ 2017

Αρθρογραφία