«ΜΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ ΤΟ 1592»

Εκτύπωση

«ΜΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ
ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ ΤΟ 1592»

          5/1/10

του Γιάννη
Ταβερναράκη













Βιβλιογραφία: FILIPPO PASQUALIGO

CAPITANO DI CANDIA ET PROVVEDITOR DELLA CANEA
RELAZIONE
LETTA NELL? ECCELLENTISSIMO SENATO
CANDIA 1594

Μετάφραση: Στέργιος Γ. Σπανάκης
Ιστορική έρευνα: Γιάννης Α. Ταβερναράκης

     Πολλές ήταν και κατά το παρελθόν όπως και σήμερα οι επιδημίες που ενέσκηψαν στη Κρήτη και αποδεκάτισαν τον πληθυσμό.

     Μια απόρρητη έκθεση ενός Βενετού προβλεπτή του Φίλιππου Πασκουαλίγκου»  «τέως καπετάνιου του Χάνδακος και Προβλεπτού των Χανίων»  προς την Ενετική Γερουσία αναφέρει μεταξύ των άλλων και αυτό το σπουδαίο γεγονός, που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών κατοίκων, τη συρρίκνωση της οικονομίας και τις τεράστιες κοινωνικές διαστάσεις που έλαβε αυτή η επιδημία, μια αρρώστια που είχε ξεχαστεί στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη, μιας και είχαν περάσει 70 χρόνια από τότε που εμφανίστηκε τελευταία φορά.

     Τότε λοιπόν την εφιαλτική χρονιά του 1592 τις 28 του Γενάρη έφθασε από την Κων/πολη το καράβι του Γιώργη Πακόπουλου, στο λιμάνι του Χάνδακα φορτωμένο με παστά ψάρια και άλλα εμπορεύματα, κάποιος λοιπόν ναύτης από αυτό το καράβι που ονομαζόταν Λορέντζο, θέλησε να πάει σε ένα εκκλησάκι στο Στρούμπουλα γιατί όπως είπε, είχε κάνει τάξιμο.

     Προσπάθησε να πάει πεζός, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί αδιαθέτησε και γύρισε στο σπίτι του που βρισκόταν στη συνοικία του Δερματά και έπεσε στο κρεβάτι, όταν το πληροφορήθηκαν αυτό οι προβλεπτός της υγείας, τον έστειλαν στο λοιμοκαθαρτήριο, αλλά δεν τον πρόλαβαν, γιατί πέθανε στο δρόμο.

    Αυτό το απρόοπτο και απροσδόκητο γεγονός δημιούργησε στους Βενετούς διοικητές του Χάνδακα μεγάλη αναστάτωση και υποψίες, συγκεντρώθηκαν οι καλύτεροι γιατροί και πήγαν να εξετάσουν το πτώμα, οι γνώμες τους ήταν αντιφατικές. Τα σημάδια που είχε αφήσει η αρρώστια, τα θεώρησαν αποτέλεσμα των κακουχιών που είχε υποστεί κατά το ταξίδι ο άτυχος ναύτης, αλλά για καλό και για κακό έστειλαν όλα τα πρόσωπα που ήλθαν σε επαφή μαζί του στο λοιμοκαθαρτήριο δηλαδή την οικογένεια του όλο το πλήρωμα του πλοίου που τον μετέφερε από την Κων/πολη και τον παπά που τον κοινώνησε.

     Πέρασαν 42 μέρες χωρίς να ακουστεί τίποτα το καινούριο για νέα κρούσματα και τότε εντελώς ξαφνικά πέθαναν η γυναίκα, το παιδί και η αδελφή, του Λορέντζο. Αλλά και πάλι οι γιατροί υπέθεσαν ότι ο θάνατος τους πιθανός να οφειλόταν στις κακουχίες και τη κακή διατροφή που έκαναν και τα μελανά και κατάμαυρα σημάδια στα κορμιά τους δημιουργήθηκαν, από τα χτυπήματα που έκαναν με τις πέτρες στο στήθος τους θρηνώντας το χαμό του Λορέντζο. Αλλά δυστυχώς τα μελανά και κατάμαυρα σημάδια, ήταν έκδηλη η μολυσματική πανούκλα «το θανατικό» όπως το είχαν βαφτίσει εκείνη την εποχή. Μετά τις 21 του Μάρτη Μεγάλη Τρίτη εκείνη τη χρονιά, άρχισαν να παρουσιάζονται στη πόλη, αρκετά πρηξίματα με στίγματα και κηλίδες μενεξεδένιες, αλλά και πάλι οι γιατροί απέδιδαν τα συμπτώματα, στη κακή διατροφή των κατοίκων κα στις βαριές δουλειές που έκαναν ορισμένοι ( όπως οι πετροκόποι ) και αρνούταν κατηγορηματικά ότι ήταν πανούκλα.

     Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν λοιπόν η υγεία το τέλος του Μάρτη, αυτού του καταραμένου χρόνου του 1592, πέρασαν μάλιστα και μερικές μέρες του Απρίλη χωρίς να ακουστεί μέσα στην πόλη κάποιο καινούργιο κρούσμα.

     Αλλά ύστερα από λίγες μέρες, το θανατικό ξέσπασε και πάλι στη πόλη τόσο ορμητικά ώστε ακουγόταν δέκα, δώδεκα θάνατοι κάθε μέρα, εκτός από τα καινούρια κρούσματα. Αυτό που χειροτέρεψε την κατάσταση, ήταν η είδηση ότι η νόσος είχε εξαπλωθεί και στα γύρω χωριά στα πέριξ του Χάνδακα όπου σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι χωρικών.

     Η επιδημία εξαπλώθηκε τάχιστα και μέσα στα στρατόπεδα όπου υπήρχαν καθημερινώς τρεις, ή τέσσερις θάνατοι, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι όσοι στρατιώτες έμπαιναν στην αγγαρεία να θάφτουν τους νεκρούς πέθαιναν και αυτοί αμέσως, λύση δεν υπήρχε παρά να απομονωθούν τα ύποπτα περιστατικά και να αραιώσουν το στράτευμα, έτσι ώστε να μην υπάρχει συγχρωτισμός πολλών ατόμων.

     Φτιάχτηκαν πρόχειρα ξύλινα παραπήγματα έξω από την πόλη για να στεγάσουν τους ασθενείς, στρατιώτες και πολίτες. Εν τω μεταξύ η επιδημία πήρε τεράστιες διαστάσεις κάθε μέρα στο Χάνδακα πέθαιναν εξήντα έως εβδομήντα άτομα, είχε φθάσει σε σημείο η κατάσταση, να μην βρίσκονται νεκροθάφτες να θάβουν τους νεκρούς, για αυτό παρουσιαζόταν το τρομερό θέαμα, να βλέπει κανένας το πατέρα να θάφτει το γιο του, ο αδελφός να θάφτει την αδελφή του και ο σύζυγος τη σύζυγο.

     Μέσα σε όλη αυτή τη φοβερή κατάσταση, έφθασε η είδηση ότι πάνω από εξήντα χωριά είχαν μολυνθεί στην ύπαιθρο. Όλοι οι Βενετοί ιππότες, έφυγαν από τον Χάνδακα και έψαχναν καταφύγιο σε απομονωμένα χωριά στα ορεινά της Κρήτης και όχι μόνο δεν δεχόταν να συναντήσουν κανένα από το φόβο μετάδοσης της νόσου, αλλά απαγόρευαν και την αποστολή τροφίμων στο Χάνδακα από τα χωριά τους.

     Αυτή η απαγόρευση αποστολής τροφίμων, το να μη δέχονται δηλαδή κανένα από τον Χάνδακα που θα τα μετάφερε απειλούσε τη πόλη με πείνα, τότε η Βενετική εξουσία έλαβε αυστηρά μέτρα, κρεμώντας δημόσια στα δέντρα τους επαναστάτες, καίγοντας και τα σπίτια τους προς παραδειγματισμό των υπολοίπων, έτσι έληξε άδοξα αυτή η προσωρινή απαγόρευση, παρ΄ όλα αυτά πάλι δεν υπήρχαν τρόφιμα στη πόλη, ούτε ψωμί, γιατί οι περισσότεροι φουρνάρηδες είχαν πεθάνει, τότε λοιπόν κινδύνεψε να αφανιστεί ολόκληρη η πολιτεία, αν το βενετικό ναυτικό δεν έφερνε τρόφιμα από τη θάλασσα από άλλες περιοχές.

     Ενώ λοιπόν συνέβαιναν όλα αυτά, ξαφνικά άρχισαν να μειώνονται οι θάνατοι και πολλοί ασθενείς άρχισαν να αναρρώνουν χωρίς να αρρωστήσουν ξανά στο μέλλον. Τα κρούσματα προς το τέλος του χρόνου είχαν αραιώσει αρκετά και σιγά-σιγά άρχισαν να επιστρέφουν όσοι είχαν φύγει για την ύπαιθρο και ξεκίνησε και ο εποικισμός του Χάνδακα και των χωριών που ερήμωσε  «το θανατικό»  αφήνοντας πίσω είκοσι χιλιάδες νεκρούς, αριθμός που ισοδυναμούσε τότε με το 10% του γενικού πληθυσμού της Κρήτης.

 


« επιστροφή στη κατηγορία Πολιτισμός

Σημειρινή ημερομηνία Παρασκευή, 15 Δεκ 2017

Αρθρογραφία