Σασμός ίσον σκασμός. Του Μανώλη Ακουμιανάκη

Εκτύπωση

Σασμός ίσον σκασμός.

Η κοινωνιολογία του φαινομένου.

του Μανώλη Ακουμιανάκη*
 

Δεν ταιριάζουν τα χνώτα τους.
ή και εκδηλωμένη αντιπάθεια.
Συναντιούνται συχνά λόγω κοινής επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ένα ξερό καλημέρα και όχι πολλά-πολλά.
Ούτε στο σπίτι του δεν καλεί ο ένας τον άλλο, ούτε στις ονομαστικές τους εορτές δεν ανταλάσουν ευχές και μηνύματα.
Εμετικές τάσεις προκαλεί η παρουσία του ενός στον άλλο. «Πάλι μπροστά μου αυτός», η μύχια σκέψη στο αλληλοσυναπάντημα. Δεν βαριέσαι. Σχέση ψυχρά επαγγελματική, σχέση γειτονική, σχέση ψυχρή και αδιάφορη. Σε κάποιες περιπτώσεις και το «καλημέρα» αποτελεί μια αναγκαία πίεση του ψυχισμού σου. Τη λες αλλά δεν την εύχεσαι. Την απευθύνεις αλλά δεν την πιστεύεις. Την χαρίζεις αλλά δεν την εννοείς. Ποια καλημέρα με αυτόν μπροστά σου; Πώς να πάει καλά η μέρα σου. Όταν μπορείς να τον αποφύγεις, αλλάζεις δρόμο. Σχέση εξουσίας προϊσταμένου και υφισταμένου. Αναγκαίος ο έλεγχος.

Προσπαθείς να αποφύγεις αλλά οι ρουφιανίσκοι κάθε λογής δεν σε αφήνουν. Προσπαθούν να σου μεταφέρουν τις δικές τους αρμοδιότητες για να σου δημιουργήσουν πρόβλημα. Τους λές να κάνουν τη δουλειά τους. Διαστρεβλώνουν τα λόγια σου, ύπουλα, άνανδρα, κακόβουλα.

Ζηλεύουν, μαραζώνουν, βράζουν. Μεταφέρουν τις προθέσεις σου αλλοιωμένες μέσα από το πρίσμα της κακής ψυχής τους, μέσα από κάτοπτρα που απεικονίζουν τα ταπεινά και ευτελή προσωπικά τους κίνητρα. Που τις μεταφέρουν; Μα στον υφιστάμενο τους για τον οποίο σε ενόχλησαν. Στον «άλλο» που οι ίδιοι από φόβο δεν τόλμησαν να ελέγξουν. Το κτήνος «του άλλου» ξεσηκώνεται. Θυμάται ότι είχες πεί την αλήθεια κάποτε σε μια υπόθεση η οποία δεν σε αφορούσε, αλλά η συνείδησή σου δεν σου επέτρεπε «να κάνεις το κουνέλι». Υποστήριξες έναν άνθρωπο που χωρίς αιτία και αφορμή ο «άλλος» προσπάθησε να εξευτελίσει, να θίξει την αξιοπρέπειά του, να μειώσει το επαγγελματικό του κύρος. Έγινες μάρτυρας ενός γεγονότος και έπραξες το αυτονόητο. Είπες απλά την αλήθεια.
Τελικά αυτό ήταν το λάθος σου, αυτή είναι η αμαρτία σου, αυτό είναι το ασυγχώρητό σου ατόπημα.
Μοιραία, δέχεσαι την επίθεση είτε μέσα στον εργασιακό σου χώρο, μέσα στη δουλειά σου, είτε εκτός εργασιακού χώρου.
Συνήθως εντός εργασιακού χώρου για να εξευτελιστείς επαγγελματικά.
Το κτήνος είναι ασυγκράτητο.
Δεν υπολογίζει τίποτα.
Δεν σέβεται τίποτα.
Κοσμητικά επίθετα βορβορώδους οσμής, αγοραίες εκφράσεις, απειλές, χειροδικίες, εκτοξεύει όλα όσα έχει μάθει, εκπέμπει εκείνα με τα αποία έχει ανατραφεί. Είναι καπετάνιος, έχει όνομα, έχει όπλα, έχει τσαμπουκά, δεν είναι ο τύπος που μπορείς να μπλέξεις μαζί του και να μην τσαλακωθείς. Εσύ ο οικογενειάρχης, ο φιλήσυχος, ο νομοταγής πρέπει να υποχωρήσεις. Να το αφήσεις να περάσει έτσι. Να τον ικετέψεις κιόλας να μη σε σκοτώσει, γιατί διαλαλεί ότι γυρεύει και το σπίτι σου.
Περιμένεις υποστήριξη από ανθρώπους που νομίζεις ότι θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.
Ματαιοπονείς. Ο «άλλος», το κτήνος έχει ανταλλάξει την παθητική ουδετερότητά τους, με την διαβεβαίωση ότι αυτοί δεν κινδυνεύουν. Τον βλέπουν και τον ακριβοχαιρετούν κι ας έχει κάνει τόσα και τόσα. Ας τους έχει εξευτελίσει δημόσια. Ας τους έκανε πιο κοντούς, πιο αχρείους από όσο οι ίδιοι μπορούν να αντιληφθούν ότι όντως είναι. Κινδυνεύεις μόνο εσύ. Βγάλτα πέρα μόνος σου.
Οι επιλογές που έχεις είναι δύο ή τρείς. Στη ζωή μας συναντάμε πολλά σταυροδρόμια.
Υπάρχουν επιλογές που κάνουμε σε κρίσιμες καμπές του βίου μας.
Με αυτές τις επιλογές είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε. η επιλογή της συζύγου μας, οι επενδύσεις που θα κάνουμε, είτε «lato sensu[3]» οι σπουδές μας, το μορφωτικό κεφάλαιο που κατέχουμε, η συνειδητή επιλογή αν θα γίνουμε ευχάριστοι στα λόγια ή αν θα γίνουμε χρήσιμοι στην κοινωνία που ζούμε, εμείς σήμερα και τα παιδιά μας αύριο.
Η πρώτη σου επιλογή.
Αυτό δεν το δέχεσαι.
Δεν θέλεις όμως να πέσεις στο επίπεδό τους, δεν επιθυμείς να γίνεις σαν αυτούς.
Κινείσαι μέσα στα πλαίσια μιας συντεταγμένης πολιτείας, απευθύνεσαι σε ένα κράτος δικαίου.
Πιστεύεις στους θεσμούς. Η αντιμετώπιση του «άλλου» σε διοικητικού τύπου έλεγχο είναι από γελοία έως τραγική. Οι ποινές είναι πιο σκανδαλώδεις από τα ίδια τα παραπτώματα. Πας πιο πέρα. Απευθύνεσαι στη Δικαιοσύνη. Κινείσαι νομικά εναντίον του. Προτείνεις μάρτυρες.
Παίρνεις το φάκελλο της δικογραφίας.
Κοιτάζεις τις καταθέσεις των μαρτύρων και απορείς.
Τόση γελοιότητα, τόση μικρότητα, τόση ανανδρία!!!
Πως χωράνε όλα αυτά σε ένα αντίγραφο φακέλλου μιας δικογραφίας; Κι όμως. Χωράνε.

Κατακρημνίζονται στη συνείδησή σου άνθρωποι που πίστεψες. Βλέπεις ανθρωπάκια που το μόνο που θέλουν είναι να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Βλέπεις ανδρείκελα με επιλεκτική μνήμη. Βλέπεις φίλους και εχθρούς. Αμφισβητείς την κρίση σου για κάποιους ανθρώπους. Περνάς από τη ρομαντική πεποίθηση για την ύπαρξη ενός δίκαιου κόσμου, στην σκληρή αλήθεια της παραποίησης και του μικροσυμφέροντος.
Και μετά; Οι μεσολαβητές. Δεν έπιασαν τόπο οι ψευτοσυγγνώμες και οι απειλές. Δεν βρήκαν τη διεύθυνση του σπιτιού σου, παρόλο που την βλέπουν μπροστά τους γραμμένη κάθε μέρα. Οι ρουφιάνοι, ωστόσο, ξευτιλίστηκαν. Δεν σου μιλάνε ούτε αυτοί.
Ό «άλλος» και ο ρουφιάνος μαζί. Λυκοφιλίες εμετικού τύπου, συναναστροφές χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού.
Είπαμε, ο κακός είσαι εσύ. Γιατί ενώ δέχθηκες δημόσια προσβολή, αρνείσαι να δεχθείς ιδιωτική συγγνώμη. Γιατί έχεις αντίληψη και γνωρίζεις ότι μια ψεύτικη συγνώμη που δεν συνοδεύεται από έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια, είναι γράμμα κενό, είναι ένα πρόσχημα να συμβιβαστείς εσύ, είναι ο καλύτερος τρόπος να εξοντωθείς ηθικά.
Οι μεσολαβητές λοιπόν επιχειρούν το «σασμό». Ξεκινούν με επιχειρήματα του τύπου: «έχει μετανιώσει, άστον να πάει στο διάβολο, θα σε υποστηρίξει εφεξής κ.α».
Τους τρίβεις στα μούτρα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η συγγνώμη ήταν ψεύτικη υπό το βάρος της επικείμενης (κατα)-δίκης. Τότε αρχίζουν να βγαίνουν από τη «φαρέτρα» των μεσολαβητών πιο «πειστικά» επιχειρήματα, όπως: «είναι επικίνδυνοι άνθρωποι, θα σου κάνουν ζημιά, αν αποσύρεις δεν πρόκειται να κινδυνέψεις και άλλα παρόμοια.
Ο αξιακός σου κώδικας δεν σε αφήνει να υποχωρήσεις. Ας είναι η επιμονή σου να βρείς το δίκιο σου «casus belli[4]» για τον «άλλο». Άλλωστε, έδωσες ευκαιρίες και ο «άλλος» τις κλώτσησε. Πήγε να βγεί και από πάνω. Επιμένεις. Λες όχι: «Θα πάει μέχρι τέλους». Το λές και το εννοείς. Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή άλλά αξιολογεί σωστά. Τα ψέματα του «άλλου» δεν πιάνουν τόπο. Μόνο η αλήθεια πιάνει τόπο. Και ο πέλεκυς πέφτει βαρύς. Και αποδίδονται τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Και οι ρουφιάνοι που θόλωναν τα νερά, οι άνανδροι που εκτόξευαν πλίνθους και κέραμους στις κεφαλές δικαίων και αδίκων, εξευτελιζονται, διαψεύδονται, ευνουχίζονται ηθικά. Δεν μπορούν να σταθούν πλέον πουθενά.
Κοιμήθηκαν όπως έστρωσαν.
Έσπειραν ανέμους και θέρισαν θύελλες.
Πήγαν να κοντύνουν εσένα και κόντυναν οι ίδιοι.
Έπιασαν υπέδαφος.
Και περνάς το μήνυμα.
Ναι, ο καθένας που προσβάλλει θα δίνει λόγο. Θα υπόκειται στις συνέπειες. Θα κλαίει σαν κότα στο εδώλιο. Δεν θα τον καθαρίσουν οι μεσολαβητές. Δεν θα γίνει σασμός. Δεν θα υπάρξει σκασμός. Θα ακουστεί η φωνή σου ηχηρά, γάργαρα, αληθινά και πεντακάθαρα. Κι ας σε κατηγορούν οι ομοτράπεζοι του «άλλου». Δεν σε πειράζει. Εάν ήσουν όμοιός τους δεν θα είχαν τίποτε απολύτως εναντίον σου. Οι κατηγορίες τους είναι τιμή για σένα, οι επαίνοι τους πρέπει να σε κάνουν να ανησυχείς. Γιατί το δίκιο του δεν πρέπει να το χάνει ποτέ κανείς. Πρέπει να το διεκδικεί. Ούτε σασμός λοιπόν, ούτε σκασμός. Γιατί τελικά σασμός ίσον σκασμός.

Η άλλη σου επιλογή. Να δεχθείς το σασμό. Και να καταπιείς τόνους περηφάνια, χιλιόμετρα αξιοπρέπειας, θάλασσες αυτοεκτίμησης και ωκεανούς αξιών. Για να «σώσεις» την οικογένειά σου και το τομάρι σου από κάποια θρασύδειλα ανθρωπόμορφα κτήνη. Και να ζεις μια ζωή καταφρονεμένος. Κι αν έχεις νεογέννητο παιδί αβάφτιστο, να στο βαφτίσει ο «άλλος». Να τον κάνεις σύντεκνο. Και να γυρνάς μαζί με τον «άλλο» αγκαλιασμένος στην πλατεία του χωριού. Και να λένε οι συγχωριανοί σας: «Ιδέστε δυο μαϊμούνια στην πλατεία». Και να κόψεις κι εσύ την καλημέρα σε όσους είπαν την αλήθεια και σε υποστήριξαν στη διένεξή σας. Και να μπαίνετε ο ένας στο σπίτι του άλλου ελεύθερα. Και να χαίρεστε την αγνή και άδολη φιλία σας. Και να χάνει η γυναίκα σου και τα παιδιά σου κάθε σεβασμό στο πρόσωπό σου. Και να είσαι έτοιμος να καταπιείς και τις μελλοντικές προσβολές. Και στο τέλος να ζεις με το βάρος του «αν».
Τι θα γινόταν αν έκανες κάτι διαφορετικό.
Μια ζωή θα αναρωτιέσαι.
Γιατί γρήγορα θα καταλάβεις ότι δεν έπρεπε να συμβιβαστείς.
Γιατί ο επόμενος συμβιβασμός θα είναι πιο επώδυνος.
Γιατί τελικά ο σασμός για να «καθαρίσει» ο δράστης προϋποθέτει το σκασμό του θύματος.
Η τρίτη σου επιλογή. Ανταπόδοση με το ίδιο νόμισμα. Αυτοδικία.
Πρέπει να μετρήσεις τις συνέπειες που θα προκύψουν από την έναρξη μιας βεντέτας. Δεν συνιστώ κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν είσαι τέτοιος τύπος. Δεν σου ταιριάζει. Αν ήσουν σαν τον «άλλο» δεν θα τα έβαζε μαζί σου. Δεν επεκτείνομαι περαιτέρω γιατί δεν είναι καλή επιλογή.
Ας επιχειρήσουμε μια κοινωνιολογική προσέγγιση.
Ο σασμός κατά πολλούς είναι εκείνη η αυτορυθμιστική λειτουργία της κοινωνίας για να προλαμβάνονται τα χειρότερα. Ισχυρίζονται κάποιοι ότι αν δεν υπήρχαν οι σασμοί, ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα του Νομού Ρεθύμνου, θα είχε χυθεί πολύ αίμα. Με μια πρώτη ματιά αυτό φαίνεται λογικό. Στη δεύτερη ανάγνωση όμως που θα επιχειρήσει κανείς, διαπιστώνει ότι ο «σασμός» σκοπό δεν έχει την αποφυγή μιας υποτιθέμενης μελλοντικής αιματοχυσίας, αλλά τη διασφάλιση του γεγονότος ότι δράστης μπορεί να ξεφεύγει από την τσιμπίδα του νόμου, ιδιαίτερα κατά τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων που δεν διώκονται αυτεπάγγελτα, αλλά μόνο κατόπιν έγκλησης του παθόντος.
Ατιμωρησία που οδηγεί στην αποθράσυνση. Η αποθράσυνση οδηγεί στη διάπραξη εγκληματικών πράξεων μεγαλύτερης βαρύτητας και κοινωνικής απαξίας. Και τότε είναι αργά.
Αδυναμία επανένταξης του παραπτωματία στην κοινωνία, είσοδος σε σωφρονιστικά καταστήματα με τεράστια κενά και ανεπάρκειες, διαφθορά και έξοδος από κάθε πλαίσιο νόμου, άρνηση τήρησης της έννομης τάξης, αδυναμία κατανόησης των νομοταγών. Η επίκληση θητείας στις φυλακές από μέρους του δράστη, αποτελεί πλέον τίτλο τιμής, τον οποίο όλοι οφείλουν να υπολογίζουν, να φοβούνται και να σέβονται.
Στην άλλη όχθη. Αν δεν υπήρχε αυτή η αυτορύθμιση, αν εξέλιπε ο σασμός. Κατά τη δική μου εκτίμηση θα υπήρχαν λιγότερες προσβολές και αντικοινωνικές εξωτερικεύσεις μιας μερίδας ψευτοτσαμπουκάδων. Γιατί; Μα γιατί θα υπήρχε ο φόβος. Και οι άνθρωποι που δεν έμαθαν να σέβονται, πρέπει να αρχίσουν να φοβούνται. Γιατί με το φόβο επιβάλλονται. Και πρέπει να τους πολεμήσουμε με τα όπλα τους. Λέγοντας ότι πρέπει να τους πολεμήσουμε, δεν εννοώ ότι πρέπει κι εμείς να πιάσουμε τα όπλα. Όχι, σε καμία περίπτωση.
Τρέμουν τις μηνύσεις, τρέμουν το εδώλιο, τρέμουν τις φυλακές. Προσπαθούν να μη φτάσει η υπόθεση στη Δικαιοσύνη. Γιατί τη φοβούνται. Δεν τη σέβονται, αλλά τη φοβούνται. Δεν θέλουν να απολογηθούν για τις πράξεις τους. Δεν αντέχουν την απομόνωση. Θέλουν να ξεχωρίζουν μέσα στο νομοταγές και απρόσωπο πλήθος. Γνωρίζουν ότι στις φυλακές θα βρούν χειρότερους από αυτούς. Κι εκεί δε μετράει ο τσαμπουκάς τους. Εκεί στην «ψειρού» δεν τους ξέρει κανείς. Η κοινωνική κατακραυγή και απομόνωση αυτών των ψευτοπαλληκαράδων είναι το καλύτερο φάρμακο. Η συναναστροφή με αυτά τα κακοποιά στοιχεία των ασκούντων πάσης φύσεως εξουσία τους νομιμοποιεί και τους αποθρασύνει. Μόνο αν καταλάβουν ότι δεν έχουν την ανοχή μας, μόνο αν πιστέψουν ότι δεν τους επικροτούμε θα σταματήσουν.
Σε αυτό μεγάλη ευθύνη έχουν και οι συγγενείς των ψευτοπαλληκαράδων, οι οποίοι καυχούνται ότι δεν είναι όλοι ίδιοι στην οικογένεια.
Αυτή είναι η αντίστροφη λειτουργία που επιτυγχάνει ο «σασμός». Αντί να προλαβαίνει τα χειρότερα συσσωρεύει οργή και αγανάκτηση στα θύματα. Αντί να λειτουργεί σωφρονιστικά οδηγεί σε μεγαλύτερης βαρύτητας εγκλήματα. Δεν ήθελες να βλέπεις κάποιον ούτε ζωγραφιστό και σου επέβαλλαν να τον αγαπήσεις. Τον κατηγορούσες και τώρα τον επαινείς με διθυράμβους. Μπήκαν συγγενείς σου στη μέση να σε υποστηρίξουν όταν βαλλόσουν αναίτια και άδικα και τώρα που τα βρήκες με τον «άλλο» που σε εξευτέλισε, έκανες πέρα τους δικούς σου ανθρώπους. Καταπίνεις θυμό, οργή, περηφάνια. Ποιείς την ανάγκη φιλοτιμία. Εκτίθεσαι. Μπαίνεις στο σπίτι του «άλλου» και συναναστρέφεσαι με τους ομοτράπεζούς του. Ότι και να λένε εσύ συμφωνείς μαζί τους. Είσαι το απόλυτο μηδέν, καις τζάμπα ρεύμα, ζεις απλά για να «πιάνεις τον τόπο». Κρίμα. Είσαι αξιολύπητος. Σε κατανοούμε όλοι. Κουνάμε συγκαταβατικά το κεφάλι στο πέρασμά σου. Αυτό είναι το ηθικό σου κεφάλαιο, αυτή είναι η λεβεντιά σου. Χίλιες φορές κρίμα.
Φίλες και φίλοι πολιτικοί, οικονομικοί και εν γένει ισχυροί παράγοντες αυτού του τόπου. Ακούστε με «arrectis auribus[5]». Αναρωτηθείτε πόσες φορές πιέσατε ανθρώπους με ηθικό ανάστημα και κύρος να κάνουν «σασμό» με κάποιους γελοίους τραμπούκους που τους προσέβαλλαν. Τις περισσότερες φορές το επιτύχατε. Σας έκαναν το χατήρι. Να είστε σίγουροι όμως ότι κάθε φορά που έβλεπαν μπροστά τους τον «άλλο» και τον ακριβοχαιρετούσαν, εσείς χάνατε σε εκτίμηση. Τα έβαζαν με εσάς για το τσαλάκωμα της περηφάνιας τους. Δικαιολογούσαν το «σασμό» στους συγγενείς τους, επικαλούμενοι την δική σας παρέμβαση. Σας έκαναν πέρα σιγά-σιγά. Σε εκτίμηση, σε σεβασμό, σε πολιτική υποστήριξη, σε επιμέτρηση ηθικής ακεραιότητας. Στράφηκαν αλλού. Τους πιέσατε και τους χάσατε. Τους στραγγίξατε και δεν έχουν πλέον τίποτε να σας δώσουν. Τους στερήσατε τον αυτοσεβασμό τους και γίνατε συνεργοί στη διαιώνιση μιας νοσηρής ηθικής κατάπτωσης. Μιας υποκουλτούρας που δεν υπήρχε παλιότερα.

Ενός ηθικού ξεπεσμού, ο οποίος αφαιρεί τη δυνατότητα της λογοδοσίας από τους επίσημους κρατικούς θεσμούς. Η υποκουλτούρα αυτή αγγίζει ολόκληρους πολιτικούς σχηματισμούς και θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο πολιτικός λόγος και η πρακτική, τον οποίο υιοθετούν όλοι οι παράγοντες των κοινωνικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Τα κόμματα ως ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι συμμετέχουν και εκφράζουν αυτές τις αντιπαραθέσεις, δεν μπορεί παρά να επηρεάζονται από τη δεδομένη υποκουλτούρα, ενώ ταυτόχρονα με το να αποτελούν συστατικό στοιχείο του όλου πολιτικού συστήματος, συμβάλλουν στην αέναη διαδικασία για τον καθορισμό, τον επαναπροσδιορισμό και την αναδιάρθρωση του τύπου και του περιεχομένου της. Έχετε επομένως ευθύνες κύριοι εκφραστές και εκπρόσωποι πάσης φύσεως εξουσίας και ελπίζω να τις αναλάβετε.
Γιατί η συσσωρευμένη οργή κάποιων περήφανων ανθρώπων θα εκτονωθεί. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό ήδη συνέβη με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα μέσα του περασμένου Αυγούστου στα όρια των Δήμων Λάμπης και Συβρίτου.
Οι «σασμοί» και οι κουμπαριές δεν έφεραν αποτέλεσμα. «Vae victis[6]. Veritas odium parit[7]». Να είστε όλοι καλά. Να προσπαθείτε να βγάζετε στους συνανθρώπους σας τον καλύτερο εαυτό σας.

Και εσείς αγαπητοί «άλλοι», που δεν σηκώνετε μύγα στο σπαθί σας να θυμάστε ότι σε αυτή τη ζωή ο καθένας βρίσκει αυτό που ψάχνει. Ακόμα κι αν αυτό είναι ο δάσκαλός του.

 

*ο κ. Εμμανουήλ Κ.Ακουμιανάκης είναι
Αξιωματικός Πυροσβεστικού Σώματος
Πολιτικός Επιστήμονας
& συνεργάτης της "Ρ.Α."


« επιστροφή στη κατηγορία Ρέθυμνο

Σημειρινή ημερομηνία Παρασκευή, 15 Δεκ 2017

Αρθρογραφία